Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή…

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλύβιτη
Να προσεύχεσθε στον Θεό με ανοικτά τα χέρια. Αυτό είναι το μυστικό των αγίων.
Μόλις άνοιγαν τα χέρια τους, τους επεσκέπτετο η θεία χάρις. Οι πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ως πιο αποτελεσματική τη μονολόγιστη ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή. 
Την ευχή δεν μπορεί κανείς να τη διδάξει, ούτε τα βιβλία, ούτε ο γέροντας, ούτε κανείς. Ο μόνος διδάσκαλος είναι η θεία χάρις. Αν σας πω ότι το μέλι είναι γλυκό, είναι ρευστό, είναι έτσι κι έτσι, δεν θα καταλάβετε, αν δεν το γευθείτε. Το ίδιο και στην προσευχή, αν σας πω, «είναι έτσι, νιώθεις έτσι» κ.λπ., δεν θα καταλάβετε ούτε θα προσευχηθείτε, «ει μη εν Αγίω Πνεύματι». 
Μόνο το Πνεύμα το Άγιον, μόνο η χάρις του Θεού μπορεί να εμπνεύσει την ευχή. Δεν είναι δύσκολο να πείτε την ευχή αλλά δεν μπορείτε να την πείτε σωστά, γιατί κλωτσάει ο παλαιός εαυτός σας. Αν δεν μπορείτε στην ατμόσφαιρα της χάριτος, δεν θα μπορέσετε να κάνετε την ευχή. 
Μόλις ακούσετε προσβλητικό λόγο, λυπάσθε και μόλις σας πουν καλό λόγο, χαίρεσθε και λάμπετε; 
Με αυτό δείχνετε ότι δεν είστε έτοιμοι, δεν έχετε τις προϋποθέσεις. Για να έλθει η θεία χάρις, πρέπει ν’ αποκτήσετε τις προϋποθέσεις, την αγάπη και την ταπείνωση, διαφορετικά δημιουργείται αντίδραση. 
Για να μπορείτε σε αυτή τη «φόρμα», θα ξεκινήσετε απ’ την υπακοή. 
Πρέπει πρώτα να δοθείτε στην υπακοή, για να έλθει η ταπείνωση. Βλέποντας την ταπείνωση, ο Κύριος στέλνει την θεία χάρι και έπειτα έρχεται μόνη, αβίαστα, η προσευχή. 
Αν δεν κάνετε υπακοή και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης. 
Να ετοιμάζεσθε σιγά σιγά, απαλά απαλά, και να κάνετε την ευχή μέσα στο νου. 
Ότι είναι στο νου, είναι και στην καρδιά. 
«Βίος και Λόγοι» Αγίου Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Δέκα Συμβουλές Για Την Συμπεριφορά Μας Μέσα Στην Εκκλησία

1. Ο Ναός, Εκκλησία,  είναι τόπος Ιερός. «Ως φοβερός ο τόπος ούτος! ουκ εστι τούτο, αλλ’ ή οίκος ΘΕΟΥ και αύτη η πύλη του ουρανού» (Γένεσις, κεφ. κη΄, 10).
2. Ο Ιερός Ναός είναι χώρος λατρείας και προσευχής. Πριν μπεις μέσα σκέψου που πρόκειται να μπεις και τι πρόκειται να κάνεις. «Είσελθε εις τον οίκόν μου και στήθι μετά φόβου· ο γαρ τόπος ούτος άγιός εστι».
3. Μπαίνουμε μέσα «ευπρεπώς ενδεδυμένοι» με σιωπήν, και με ευλάβειαν προσκυνούμεν τας αγίας εικόνας.
4. Καθόμαστε σε στάση ευλαβείας και προσοχής.
5. Μένουμε όσο πιο πολύ μπορούμε όρθιοι, σιωπηλοί και αφοσιωμένοι στην προσευχή, χωρίς να σχολιάζουμε ή να συζητούμε.
6. Είμαστε όρθιοι εις τα εξής σημεία: « Ευλογημένη η Βασιλεία…», « Σοφία. Ορθοί!…», Ευαγγέλιον, Χερουβικόν Ύμνον, «Πιστεύω…», «Λάβετε, φάγετε…» μέχρι και το «Άξιον
εστιν», «Πάτερ ημών…», «…τα Άγια τοις Αγίοις», «Μετά φόβου…» και γενικώς πάντα, όταν θυμιάζει και ευλογεί ο Ιερεύς.
7. Εις την Θεία Κοινωνία πλησιάζουμε με ευλάβεια, με ησυχία και με σειρά ο ένας μετά τον άλλον.
8. Οι μεγαλύτεροι πρέπει να δίνουν το καλό παράδειγμα ευλαβείας, υπομονής, προσευχής, σιωπής και πίστεως.
9. Εις το Ιερόν Βήμα απαγορεύεται η είσοδος, εκτός από εκείνους που διακονούν (69ος Κανών ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου).
10. Όταν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, παίρνουμε με τάξη και ευλάβεια το αντίδωρο, πάντα από το χέρι του Λειτουργού Ιερέως.

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Πρέπει κανείς να πολεμά με όλες του τις δυνάμεις και παντοτεινά και γενναία

ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ
~ Ἐὰν θέλῃς νὰ νικᾷς τοὺς ἐχθρούς σου πιὸ γρήγορα καὶ εὔκολα, εἶναι ἀνάγκη νὰ πολεμᾷς, ἀδελφὲ καὶ γιὰ πάντα καὶ γενναῖα, ἐναντίον ὅλων σου τῶν παθῶν, περισσότερο ὅμως καὶ εἰδικὰ ἐναντίον τῆς φιλαυτίας σου,
δηλαδὴ τῆς ὑπερβολικῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ σου, συνηθίζοντας νὰ ἔχῃς γιὰ φίλους σου ἀγαπητοὺς τὶς περιφρονήσεις καὶ τὶς θλίψεις, ποὺ μπορεῖ ποτὲ νὰ σοῦ δώσῃ ὁ κόσμος· γιατί, μὲ τὸ νὰ μὴ γνωρίζει κάποιος αὐτὸν τὸν πόλεμο τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ μὲ τὸ νὰ τὸν ὑπολογίζῃ λίγο, συνέβηκε καὶ συμβαίνει πάντα νὰ εἶναι οἱ νίκες δύσκολες, σπάνιες, ἀτελεῖς καὶ ἀνύπαρκτες.
Λοιπόν, αὐτὸς ὁ πόλεμος πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε, ἀσταμάτητα, δηλαδὴ συνεχῶς, ὡς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου καὶ μὲ γενναία ψυχή, τὴν ὁποία εὔκολα θὰ ἀποκτήσῃς ἐὰν τὴν ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεό· ἐὰν ὅμως σκεφθῇς τὴν μανιασμένη ὁρμὴ καὶ τὸ παντοτεινὸ μῖσος, ποὺ ἔχουν ἐναντίον σου οἱ ἐχθροὶ δαίμονες καὶ τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν παρατάξεων καὶ στρατευμάτων του, σκέψου ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχει καὶ ὅτι πολλοὶ περισσότεροι εἶναι οἱ Ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ προσευχὲς τῶν Ἁγίων, ποὺ πολεμοῦν κρυφὰ μὲ τὸ μέρος μας, ὅπως γράφτηκε γιὰ τὸν Ἀμαλήκ· «Μὲ μυστικὸ καὶ ἀόρατο χέρι πολεμᾷ ὁ Κύριος» (Ἔξοδ. 17,16).
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψι παρακινήθηκαν τόσες γυναῖκες καὶ τόσα ἀνήλικα παιδιὰ καὶ κατέκτησαν καὶ νίκησαν ὅλη τη δύναμι καὶ σοφία τοῦ κόσμου, ὅλες τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου καὶ ὅλη τὴ μανία του. 
Ὁπότε, δὲν πρέπει νὰ φοβηθῇς ποτέ, ἂν καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι ὁ πόλεμος τῶν ἐχθρῶν εἶναι δυνατὸς κατὰ πολύ, ὅτι θὰ παραμείνη γιὰ ὅλη σου τὴν ζωὴ καὶ ἂς σὲ φοβερίζῃ μὲ πτώσεις ἀπὸ διάφορα μέρη. Γιατὶ, κάθε δύναμι καὶ γνῶσι τῶν ἐχθρῶν μας, βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ θείου μας Ἀρχιστρατήγου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ τοῦ ὁποίου τὴν τιμὴ πολεμεῖσαι.
Ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ μόνος του σὲ προσκαλεῖ μὲ πίεση στὸν πόλεμο, εἶναι φανερό, ὅτι ὄχι μόνο δὲν θὰ ἀφήσῃ ποτὲ νὰ ὑπάρξει σὲ βάρους σου κάποια ἐξουσία καὶ νίκη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς (γιατὶ αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ὡς προσβολή του)· ἀλλὰ πολεμώντας αὐτὸς γιὰ σένα, θὰ τοὺς δώσῃ στὰ χέρια σου νικημένους, ὅταν τοῦ φανῆ εὐχάριστο, ὅπως γράφτηκε «Ὁ Κύριος ὁ Θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στὸ στρατόπεδό σου γιὰ νὰ σὲ προστατεύσῃ καὶ γιὰ νὰ συλλάβη τοὺς ἐχθρούς σου καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ στὰ χέρια σου». (Δευτερ. 23,14).
Ἐὰν ὅμως καὶ αὐτὸς ἀργοπορήσῃ μέχρι τὴν τελευταία μέρα τῆς ζωῆς σου, νὰ κάνῃς αὐτὴ τὴν νίκη (27), αὐτὸ θὰ εἶναι γιὰ μεγαλύτερο κέρδος σου· μόνον ἐσύ, αὐτὸ πρέπει νὰ κάνῃς, τὸ νὰ πολεμᾷς μεγαλόψυχα· καὶ ἂν πολλὲς φορὲς μείνης πληγωμένος στὸν πόλεμο, μὴν ἀφήσῃς ποτέ σου τὰ ὅπλα, οὔτε νὰ φύγης· τέλος πάντων, γιὰ νὰ παρακινῆσαι νὰ πολεμᾷς γενναῖα, πρέπει νὰ γνωρίζῃς, ὅτι αὐτὸν τὸν πόλεμο δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀποφύγη κανένας ἄνθρωπος, εἴτε στὴ ζωὴ εἴτε στὸ θάνατο· καὶ ὅποιος δὲν πολεμάει γιὰ νὰ
νικήσῃ τὰ πάθη καὶ τοὺς ἐχθρούς του, ἀναγκαστικὰ πρέπει νὰ συλληφθῆ ἀπὸ ἐδῶ ἢ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ πεθάνῃ.
Γι᾿ αὐτό, πρέπει νὰ πολεμᾶμε γενναῖα καὶ πάντα, γιατὶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τέτοιους ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι τόσο πολὺ μᾶς μισοῦν, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζουμε ποτὲ ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε εἰρήνη, οὔτε διωρία ἢ καμμία ἀνακωχὴ καὶ κατάπαυσι τοῦ πολέμου. Γιατὶ καλὸ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ μὴν ἀνοίξουμε πόρτα καὶ νὰ βάλουμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὰ πάθη μέσα στὴν ψυχὴ καὶ καρδιά μας· ἀφοῦ ὅμως τοὺς βάλαμε μία φορά, δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἀδιαφορήσουμε, ἀλλὰ πρέπει νὰ πολεμᾶμε γιὰ νὰ τοὺς βγάλουμε, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι ἀναιδεῖς καὶ ἀδιάντροποι, δὲν βγαίνουν μὲ ἄλλον τρόπο παρὰ μὲ τὸν πόλεμο.
από το βιβλίο: του ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ «ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» – Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος (Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος)

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Η αγάπη προς τον Θεό

Να αγαπάς τον Θεό έτσι όπως Εκείνος μας πρόσταξε να Τον αγαπάμε και όχι όπως Τον αγαπούν τάχα οι πλανεμένοι ονειροπόλοι.
Μην επιδιώκεις εκστάσεις, μην προξενείς στον εαυτό σου νευρική έξαψη, μη φλογίζεις την καρδιά σου με φλόγα σαρκική, με τη φλόγα του αίμα­τός σου. Θυσία ευπρόσδεκτη από τον Θεό είναι η ταπεί­νωση της καρδιάς και η συντριβή του πνεύματος. Αποστρέφεται ο Κύριος τη θυσία που Του προσφέρεται με αυτοπεποίθηση, με υπερηφάνεια, έστω κι αν πρόκειται για ολοκαύτωμα.
Η υπερηφάνεια ταράζει τα νεύρα, θερμαίνει το αίμα, διεγείρει τη φαντασία, συντηρεί τη ζωή της πτώσεως. Η ταπείνωση γαληνεύει τα νεύρα, κατευνάζει την κυκλοφο­ρία του αίματος, καταπαύει την ονειροπόληση, τερματίζει τη ζωή της πτώσεως, δίνει τη ζωή που έφερε ο Ιησούς Χρι­στός.
«Η υπακοή είναι για τον Κύριο καλύτερη από κάθε θυσία και η υποταγή στο θέλημά Του ανώτερη από το λί­πος των κριαριών», είπε ο προφήτης Σαμουήλ στον βασι­λιά Σαούλ, που τόλμησε να προσφέρει στον Θεό θυσία ανάρμοστη. Αν, λοιπόν, θέλεις να προσφέρεις στον Θεό τη θυσία της αγάπης, μην την προσφέρεις αυθαίρετα και αλόγιστα· να την προσφέρεις με ταπείνωση, όταν και όπου όρισε ο Θεός. Ο πνευματικός τόπος, όπου μας δόθηκε εντολή να προσφέρουμε πνευματικές θυσίες, είναι η τα­πείνωση.
Ο Κύριος προσδιόρισε με ακριβή και αξιόπιστα κριτή­ρια ποιός είναι εκείνος που Τον αγαπά και ποιός όχι. Είπε: «Όποιος με αγαπά, θα τηρήσει τον λόγο μου. Αυτός που δεν με αγαπά, δεν ακολουθεί τα λόγια μου».
Θέλεις να διδαχθείς την αγάπη προς τον Θεό; Απόφευγε κάθε έργο, λόγο, σκέψη ή αίσθημα που αποδοκιμάζει το Ευαγγέλιο. Μισώντας την αμαρτία, την τόσο μι­σητή στον πανάγιο Θεό, φανέρωσε και απόδειξε την αγά­πη σου σ’ Εκείνον. Τα αμαρτήματα, στα οποία θα συμβεί να πέσεις από αδυναμία, αφάνισέ τα δίχως χρονοτριβή με τη μετάνοια. Προσπάθησε, όμως, να αποφεύγεις κι αυτά τα αμαρτήματα που κάνεις από αδυναμία, με την άγρυπνη παρακολούθηση του εαυτού σου.
Θέλεις να διδαχθείς την αγάπη προς τον Θεό; Με επιμέλεια να μελετάς στο Ευαγγέλιο τις εντολές του Κυρίου και να προσπαθείς να τις εφαρμόζεις στην πράξη, αποκτώντας έτσι σιγά-σιγά τις ευαγγελικές αρετές και κάνοντάς τες έξεις σου, ιδιότητες της ψυχής σου. Χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπά είναι η ακριβής εκπλή­ρωση του θελήματος του αγαπημένου του προσώπου.
«Αγάπησα τις εντολές Σου», λέει ο προφήτης, «περισ­σότερο από το χρυσάφι και το τοπάζι· γι’ αυτό συμμορ­φωνόμουνα μ’ όλες τις εντολές Σου, κάθε αδικία τη μί­σησα». Η διαγωγή αυτή είναι απαραίτητη για τη διατή­ρηση της πιστότητας στον Θεό. Η πιστότητα είναι ο πιο επιτακτικός όρος της αγάπης. Χωρίς αυτόν τον όρο η αγά­πη καταλύεται.
Με τη σταθερή απομάκρυνση από το κακό και την οικείωση των ευαγγελικών αρετών φτάνουμε στην αγάπη προς τον Θεό. Με τον ίδιο τρόπο παραμένουμε σ’ αυτή την αγάπη: «Αν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε πιστοί στην αγάπη μου», είπε ο Σωτήρας.
Η τελειότητα της αγάπης βρίσκεται στην ένωση με τον Θεό. Η πρόοδος στην αγάπη συνοδεύεται από ανέκφραστη πνευματική παρηγοριά, γλυκύτητα και φώτιση. Αλλά στην αρχή του αγώνα του ο μαθητής της αγάπης πρέπει να πολεμήσει σκληρά με τον ίδιο του τον εαυτό, με τη βαριά αρρωστημένη φύση του.
Το κακό, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, έγινε στοιχείο της φύσεώς μας, έγινε νόμος γι’ αυτή τη μεταπτωτική φύση, νόμος που αντιστρατεύεται τον νόμο του Θεού, τον νόμο της αγίας αγάπης.
Η αγάπη προς τον Θεό θεμελιώνεται στην αγάπη προς τον πλησίον. Όταν η καρδιά σου απαλλαγεί από κάθε μνησικακία, τότε βρίσκεσαι κοντά στην αγάπη. Και όταν η καρδιά σου αποκτήσει την ευλογημένη ειρήνη προς όλους τους ανθρώπους, τότε βρίσκεσαι μπροστά στην πύλη της αγάπης. Η πύλη αυτή, όμως, ανοίγεται μόνο από το Άγιο Πνεύμα. Η αγάπη προς τον Θεό είναι δώρο του ίδιου του Θεού προς τον άνθρωπο, δώρο που δίνεται σ’ όποιον ετοιμάζεται να το δεχθεί με την καθαρότητα του νου, της καρδιάς και του σώματος. Ανάλογο με την ετοιμασία είναι και το δώρο, γιατί ο Θεός είναι αγαθός αλλά και δίκαιος.
Η αγάπη προς τον Θεό είναι ολωσδιόλου πνευματική: «Ό,τι γεννιέται από το Πνεύμα είναι πνευματικό». Αντί­θετα, «ό,τι γεννιέται από τον άνθρωπο είναι ανθρώπινο», γι’ αυτό η αγάπη η ανθρώπινη, η φυσική και σαρκική, έχει τις ιδιότητες της σάρκας, της φθαρτής ύλης. Είναι ασταθής και μεταβλητή. Η φωτιά της, η θέρμη της, εξαρτάται απόλυτα από την ύλη.
Διαβάζοντας στη Γραφή πως ο Θεός είναι φωτιά και νιώθοντας να καίει μέσα σου η φωτιά της φυσικής αγάπης, μη νομίσεις πως οι δύο αυτές φωτιές συνταυτίζονται. Όχι! Απεναντίας, μάλιστα, είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία εναντιώνεται στην άλλη, η μία σβήνει την άλλη. «Ας λατρεύουμε τον Θεό με τρόπο ευάρεστο, με σεμνότητα και ευλάβεια, γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει».
Η φυσική αγάπη, το ξαναλέω, είναι αγάπη μεταπτωτική, θερμαίνει το αίμα, ταράζει τα νεύρα, διεγείρει τη φα­ντασία. Η αγία αγάπη γαληνεύει και την ψυχή και το σώμα, ενώ συνάμα βυθίζει τον εσωτερικό άνθρωπο στην προσευχητική σιωπή, στη νηφάλια μέθη της ταπεινώσεως και στην πνευματική γλυκύτητα.
Πολλοί αγωνιστές, που πήραν τη φυσική αγάπη για θεϊκή, προξένησαν υπερδιέγερση στις σωματικές και ψυ­χικές λειτουργίες τους. Και η μετάπτωση από την κατά­σταση της υπερδιεγέρσεως στην κατάσταση της παρα­φροσύνης είναι πολύ εύκολη. Έτσι, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν πως είχαν γεμίσει από χάρη και αγιότητα, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ελεεινά θύματα της πλάνης τους.
Στη Δυτική Εκκλησία, αφότου αυτή ξέπεσε στον πα­πισμό, όπου σ’ έναν άνθρωπο αποδίδεται βλάσφημα η θεϊκή ιδιότητα του αλάθητου και τιμή που ανήκει μόνο στον Θεό, υπήρξαν πολλοί τέτοιοι αγωνιστές. Αυτοί έγρα­ψαν και βιβλία, όπου, μέσα στην ψυχοσωματική τους έξα­ψη, παρουσιάζουν την πλάνη ως θεία αγάπη και, με τη νο­σηρή φαντασία τους, περιγράφουν πλήθη οραμάτων, σταλμένων τάχα από τον Θεό, τα οποία άλλο δεν κάνουν παρά να γιγαντώνουν την υπερηφάνεια και τη φιλαυτία τους.
Εσύ, παιδί της Ανατολικής Εκκλησίας, να αποφεύγεις την ανάγνωση τέτοιων βιβλίων, να αποφεύγεις τη μί­μηση των πλανεμένων. Να χειραγωγείσαι από το Ευαγ­γέλιο και τους αγίους πατέρες της μοναδικής αληθινής Εκκλησίας και να ανεβαίνεις με ταπείνωση στα πνευμα­τικά ύψη της θεϊκής αγάπης μέσω της εργασίας των εντολών του Χριστού.
Να θυμάσαι πάντα πως η αγάπη προς τον Θεό είναι η ύψιστη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να ετοιμάσει τον εαυτό του με την καθαρότητα και την ταπεινοφροσύνη, για να δεχθεί αυτή τη δωρεά, με την οποία αλλοιώνονται ο νους, η καρδιά και το σώμα.
Μάταια κοπιάζουμε, μάταια και άκαρπα και επιζήμια, όταν επιδιώκουμε να αποκτήσουμε πρόωρα τα υψηλά πνευματικά χαρίσματα. Αυτά τα δίνει, στον κατάλληλο και­ρό, ο εύσπλαχνος Θεός σ’ εκείνους που σταθερά, υπο­μονετικά και ταπεινά τηρούν τις ευαγγελικές εντολές.
(Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Ασκητικές εμπειρίες, τ. Α΄, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου 2008, σ. 151-155).

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή – Μίσος, εξουδένωση, ζήλεια, γογγυσμός

Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη
Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι’ αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό.
Μίσος
Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου.
Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο. Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι” αυτό και συσκοτίζει την ψυχή. Εξουδένωση Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους;
Με την εξουδένωση.
Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα.
Ζήλεια
Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οποία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια. Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει. Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας.
Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση.
Γογγυσμός
Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές. Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.
*από το βιβλίο: «ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ» ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΑΡΧ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Αν Σου ‘Πει Ο Άλλος, «Είσαι Εγωιστής»….

Πολλές φορές στεναχωριόμαστε και προβληματιζόμαστε επειδή κάποιος μας είπε κάτι για τον χαρακτήρα μας ή την προσωπικότητα μας, πότε όμως θα πρέπει να λαμβάνουμε στα σοβαρά τέτοιες κριτικές;
Αν σου ‘πει ο άλλος, «είσαι εγωιστής» , να μη σου βαρυφαίνεται, ούτε και να λυπάσαι.
Να ΄πεις με τον λογισμό σου, «μπορεί να είμαι και να μην το καταλαβαίνω»!
Εξ άλλου δεν μπορεί να εξαρτώμεθα από την γνώμη των άλλων.
Ο καθένας ας κοιτάζει τη συνείδησή του και τα λόγια των εμπείρων του γνωστικών του φίλων, προπάντων όμως ας ζητά τη γνώμη του Πνευματικού του.
Και με αυτά τα δεδομένα ας ρυθμίζει την πνευματική του πορεία. 
Αρχιμανδρίτης Γερμανός Ηγούμενος Μονής Μαυροβουνίου

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Η δύναμη της προσευχής (Θαυμαστά περιστατικά)

~ Όταν προσευχόταν ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης στεκόταν στην προσευχή ως στύλος ακλόνητος και καθήμενος δεν αισθανόταν καθόλου το σώμα του, σε κατάσταση ψηλή υπάρχων, πλήρης χάριτος και θείου Φωτός.
~ Στην «Μεταμόρφωση» της ιεράς Σκήτης αγίας Άννας έζησε ο ευλαβέστατος Μαυροβούνιος ιερομόναχος Μηνάς. Το ημερονύκτιο έκαμε από 1000 έως 3000 γονυκλισίες και 50 έως 100 κομβοσχοίνια. Από την πολλή προσευχή δεν άδειαζε να μιλήσει. Η προσευχή για αυτόν ήταν η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, αλλά είχε και πρακτική ωφέλεια. Τον σκέπασε από την πολυλογία και την κατάκριση.
~ Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικό του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π. Μια μέρα λέει στον γεροντά του. Γέροντα έχω ένα λογισμό.
Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ… Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει.
Ας, πάμε παιδί μου να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό. Και όταν πήγαν σκύβει στο αυτί του, μέσα στην εκκλησία και του λέει ψιθυριστά. Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό. Δεν πρόλαβε να τελείωση και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΗΜΑΣ»!!!! Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά. Διαπίστωσαν πράγματι, ότι καλύτερη προσευχή είναι η προσευχή με το κομποσχοίνι.
~ Σαράντα χρόνια στην έρημο, όλες τις ακολουθίες τις έκαμα με κομποσχοίνι, διηγείται ο γέρων Χρυσόστομος ο ερημίτης. Την Μ. Τεσσαρακοστή προσπαθούσαμε να έχουμε τον νου μας πάνω στον Εσταυρωμένο. Αλλά πόσο γρήγορα η προσευχή φεύγει. Βία χρειάζεται.
~ Ο γέρων Δανιήλ στην Νέα Σκήτη έζησε 115 χρόνια. Είχε οξυτάτη όραση. Όταν έκανε κομποσχοίνι πήγαινε ο διάβολος με την μορφή τσακαλιού και του τραβούσε το κομποσχοίνι. Εκείνος, όμως συνέχιζε τον αγώνα του.
~ Είπε γέρων. Όπως τα καράβια που κινδυνεύουν εκπέμπουν σήμα κινδύνου συνεχώς, έτσι πρέπει να λέει και ο άνθρωπος συνεχώς την ευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ Ελεησον με.
~ Φημολογείται το ακόλουθο γεγονός. Όταν κάποτε ήλθε στο Όρος ο νεοφανείς άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως επισκέφτηκε στην σκήτη της αγίας Άννας σπουδαίο πνευματικό, θεωρητικό και πρακτικό δάσκαλο την νοεράς προσευχής γέροντα, μετά του οποίου συζητούσαν στην καλύβα του και προσευχήθηκαν επί τρία ημερονύκτια!!! Αδιαλείπτως.
~ Ο ερημίτης π. Χρυσόστομος μας διηγείται. Υπήρχε ένας γεροντάκος, στα καυσοκαλύβια. Είχε αγγελική φωνή. Λέγεται πως όταν έψαλλε το «Άξιον εστί» άνοιγε τα χέρια του διάπλατα από την μεγάλη αγαλλίαση της καρδιά του και φημολογείται ότι κουνιόντουσαν τα καντήλια. Μια φορά κατέβαινα προς την Αγια Άννα και άκουσα να ψέλνει. Έλεγα, μα τι φωνή είναι αυτή; Άγγελος ψάλει;

Τι Έχεις, Γιατί Κλαις Έτσι;….Έπεσα, Κύριε!

Όλη η Ορθοδοξία και το νόημά της περιέχονται στο παρακάτω κείμενο από το Γεροντικό.
Ένας αδελφός έκανε συνεχώς αυτή την προσευχή στο Θεό:
– Κύριε, δεν έχω φόβο Θεού!
Στείλε μου λοιπόν κεραυνό ή καμιάν άλλη τιμωρία ή αρρώστια ή δαιμόνιο, μήπως κι έτσι έρθει σε φόβο η πωρωμένη μου ψυχή….
Άλλοτε πάλι παρακαλούσε κι έλεγε:
– Ξέρω πώς έχω πολύ αμαρτήσει ενώπιόν Σου, Δέσποτα, και πώς είναι αναρίθμητα τα σφάλματά μου. Γι αυτό και δεν τολμώ να Σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Αν όμως είναι δυνατόν, συγχώρεσέ με για την ευσπλαχνία Σου.
Αν πάλι είναι αδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στη ζωή αυτή και μη με κολάσεις στην άλλη. Κι αν είναι και τούτο ακόμη αδύνατον, στείλε μου εδώ ένα μέρος της τιμωρίας και αλάφρωσέ μου εκεί την κόλαση. Άρχισε μόνο από τώρα να με τιμωρείς. Αλλά τιμώρησέ με σπλαχνικά, όχι με την οργή Σου, Δέσποτα.
Έτσι λοιπόν μετανοούσε έναν ολόκληρο χρόνο κι αυτά έλεγε με δάκρυα ικετευτικά, ολόθερμα και ολόψυχα, λιώνοντας και τσακίζοντας σώμα και ψυχή με νηστεία και αγρυπνία και άλλες κακουχίες.
Μια μέρα καθώς καθόταν καταγής, όπως συνήθιζε, θρηνώντας και φωνάζοντας σπαραχτικά, από την πολλή του λύπη, νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Και να! Παρουσιάζεται μπροστά του ο Χριστός και του λέει με φωνή γεμάτη ιλαρότητα:
– Τι έχεις, άνθρωπέ μου; Γιατί κλαίς έτσι;
Ο αδελφός Τον αναγνώρισε και αποκρίθηκε έντρομος:
– Γιατί έπεσα, Κύριε!
– Έ, σήκω!
– Δεν μπορώ, Δέσποτα, αν δεν μου δώσεις το χέρι Σου!
Τότε Εκείνος άπλωσε το χέρι Του, έπιασε τον αδελφό και τον σήκωσε.
Μα κι όταν αυτός σηκώθηκε, συνέχισε να θρηνεί.
– Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου; Γιατί είσαι λυπημένος; του ξαναλέει ο Κύριος με απαλή και ιλαρή πάλι φωνή.
– Δεν θέλεις, Κύριε, να κλαίω και να λυπάμαι, απάντησε ο αδελφός, πού τόσο πολύ Σε πίκρανα, αν και απόλαυσα τόσα αγαθά από Σένα;
Εκείνος άπλωσε ξανά το χέρι Του, τ΄ ακούμπησε στο κεφάλι του αδελφού και του είπε:
– Μη λυπάσαι πια. Γιατί αν έδωσα το αίμα μου για σένα, πολύ περισσότερο θα δώσω συγχώρηση και σε σένα και σε κάθε άλλη ψυχή που γνήσια μετανοεί.
Μόλις συνήλθε ο αδελφός από την οπτασία, ένιωσε την καρδιά του γεμάτη χαρά. Έτσι πληροφορήθηκε πώς ο Θεός τον ελέησε. Κι από τότε ζούσε με πολλή ταπείνωση, ευχαριστώντας Τον.
Από το Γεροντικό 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Τα είδη του πολέμου των λογισμών

Οι Άγιοι Πατέρες είπαν για τον νοητό πόλεμο ότι το πρώτο στάδιο είναι η προσβολή του λογισμού, κατόπιν ο συνδυασμός, μετά η συγκατάθεση, ύστερα η αιχμαλωσία και τέλος το πάθος.
Η προσβολή, έγραψαν οι Πατέρες, Ιωάννης της Κλίμακος, Φιλόθεος Σιναΐτης και πολλοί άλλοι, είναι έ­νας απλός λογισμός η παρουσία στον νου μιας εντυπώσεως, η οποία εισέρχεται στην καρδιά και εκδηλώνεται στον νου. Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι η προσβολή εί­ναι μία ενθύμηση, την οποία κάνει ο εχθρός λέγοντας: «Κάνε αυτό ή εκείνο», όπως ακριβώς εμφανίσθηκε στον Κύριο και τον προέτρεπε: «Ειπέ ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται» (Ματθ. 4, 3), και γενικά οποιαδήποτε σκέψη που γίνεται στον ανθρώπινο νου από τον διάβολο. 
Γι’ αυ­τό οι Άγιοι Πατέρες λέγουν αυτό το είδος πολέμου δεν συνιστά αμαρτία για τον άνθρωπο, διότι είναι μία νοερά προσβολή του εχθρού της σωτηρίας μας, η οποία, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δεν προέρχεται από εμάς και συνεπώς δεν μας μεγαλύνει ούτε μας ταλαιπωρεί. Μ’ αυτό τον τρόπο προσέβαλε ο διάβολος τους πρωτοπλάστους και εξεδίωξε εκ του παραδείσου και του Θεού, λόγω της παραβάσεως της εντολής Του, ώστε να μπορεί κατόπιν να προσβάλει κάθε άνθρωπο με τους κα­κούς λογισμούς. Μόνον οι τέλειοι μπορούν να μένουν ακλόνητοι, παρότι και αυτοί μερικές φορές προσβάλλον­ται, όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Ο συνδυασμός, λέγουν οι Πατέρες είναι η εμπαθής ή απαθής συνομιλία με τον λογισμό που εμφανίζεται, όπως την δέχεται ο νους από τον νοητό εχθρό, δηλαδή η συζήτηση και εκούσια απασχόληση με αυτόν. Αυτή η εκδήλωση του λογισμού δεν είναι τελείως αναμάρτητος και είναι αξιέπαινος αυτός που θα διορθώσει τον κακό λογι­σμό με την βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν, εάν δεν αποκρούσει αμέσως την προσβολή του λογισμού που κάνει ο διάβολος στον άνθρωπο και θελήσει λίγο να ομιλήσει μ’ αυτόν, ο διάβολος αναγκάζει την σκέψη του να προχωρήσει προς την αμαρτία. Πρέπει λοιπόν να αγωνιζόμαστε να επανέλθει ο νους μας προς το καλλίτερο, και πως πρέπει να επιστρέψουμε τον νου μας προς τους καλούς λογι­σμούς, θα το φανερώσουμε παρακάτω με την βοήθεια του Θεού.
Η συγκατάθεση, είπαν οι Πατέρες, είναι η κάμψη της ψυχής, λόγω ηδονής, στον εμφανισθέντα λογισμό ή στην μορφή που σχηματίσθηκε στον νου. Αυτό συμβαίνει εάν δεχθούμε την φαντασία ή την πονηρά ενθύμηση του εχθρού και λίγο-λίγο υποχωρήσουμε στις προτροπές του. Αυτό, είπαν οι Πατέρες, συμβαίνει σ’ αυτούς που δεν ασκούνται στην πνευματική εργασία. Συνεπώς λοιπόν, εάν δεν μάθει κάποιος την άσκηση της εργασίας των αρετών και ενώ έλαβε πλήρως από τον Θεό την βοήθεια για την αποδίωξη των κακών λογισμών, ζει με ακηδία και δεν αγωνίζεται, δεν είναι απαλλαγμένος της αμαρτίας, λόγω της αδιαφορίας του στην απόκρουση των κακών και πονηρών λογισμών. Και εάν θα είναι κάποιος από τους αδόκιμους και αρχαρίους μοναχούς και αδύνατος στην εκδίωξη των λυσσαλέων επιθέσεων του πονηρού, αμέσως να τρέχει κράζοντας προς τον Κύριο, με ταπείνωση και εξουθένωση του εαυτού του, να τον βοηθήσει, όπως είναι γραμμένο: «Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλμ. 84, 1). Και ο Θεός κατά το μέγα έλεός Του θα τον συγχωρήσει για την αδυναμία του αυτή. Αυ­τά είπαν οι Πατέρες γι’ αυτούς που είναι στον πνευματικό αυτό πόλεμο και νικήθηκαν όχι με την θέλησή τους αλλά λόγω της ισχυρής προσβολής του λογισμού. Όμως ο νους να ανδρειώνεται για να μην κάνει την ανομία με την πράξη, όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης.
Η αιχμαλωσία είναι η υποχώρηση στο πάθος. Γι’ αυ­τήν είπε ο ανωτέρω άγιος Γρηγόριος: Όποιος δέχεται με την θέλησή του τις πονηρές προτροπές του νοητού εχθρού, συζητά και συγκαταβαίνει σ’ αυτές, νικήθηκε πλέον, δεν αντιδρά στην αμαρτία και επιθυμεί να την πράξει ακόμη και όταν δεν είναι βολικό με το έργο, επειδή ίσως δεν είναι ο κατάλληλος καιρός ή ο τόπος ή εμποδίζει κάποια άλλη δυσκολία. Αυτή η εκούσια προσχώρηση στο κακό είναι πολύ εφάμαρτη και χωρίς αμφιβολία τιμωρείται.
Η υποδούλωση η αναγκαστική και ακούσια της καρδιάς ροπή, καταστρέφει την προσωπική μας φρόνηση και το αυτεξούσιο, επειδή ενώθηκε με αυτήν (καρδιά) ο εμπαθής λογισμός. Έτσι λοιπόν, εάν θα υποδουλωθεί η καρδιά από τον κακό λογισμό και σύρεται με βία χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, θα μπορέσει μόνο με την βοήθεια του Θεού να επιστρέψει στην πρώτη της κατάστασή. Και εάν κυβερνάται σαν από θύελλα και κύματα από τους πονηρούς λογισμούς χάνοντας την ελευθερία της και μην μπορώντας να επανέλθει στην ψυχική της αρμονία και ει­ρήνη, αυτό οφείλεται στην εσωτερική ταραχή που δημιουργείται από την υπερβολική και ακράτητη είσοδο των πονηρών λογισμών. 
Έτσι επέρχεται μία σύγχυση με­ταξύ των αμαρτωλών σκέψεων και της ψυχικής αρμο­νίας της ψυχής. Η σύγχυση αυτή με άλλο τρόπο κρίνεται, όταν συμβαίνει στον καιρό της προσευχής, και με άλ­λο τρόπο όταν γίνεται σε άλλη στιγμή. Άλλο το είδος των λογισμών όταν είναι συνηθισμένο και άλλο όταν έρ­χεται έξωθεν από τους κακούς λογισμούς. Έτσι λοιπόν, είναι πιο εφάμαρτο εάν αιχμαλωτισθεί ο νους από τους κακούς λογισμούς στην ώρα της προσευχής διότι εκείνη την στιγμή ο νους πρέπει να κατευθύνεται προς τον Θεό και να προσέχει στην προσευχή, προφυλασσόμενος από οποιαδήποτε ξένη σκέψη. Εάν δεν γίνεται στην ώρα της προσευχής και οι λογισμοί εισέλθουν, λόγω διαφόρων πειρασμών της ζωής, αυτό δεν είναι αμαρτία, διότι και οι άγιοι ασχολούντο με συστηματικό πρόγραμμα με τα χρει­ώδη της ζωής. Πάντως πρέπει πάντοτε να προφυλαγόμαστε  από τους κακούς λογισμούς.
Ενώ το πάθος, λέγουν οι Πατέρες είναι αυτό το οποίο για πολύ χρόνο φωλιάζει στην ψυχή και την ταράζει πάντοτε με τους εμπαθείς λογισμούς που σπείρει ο νοη­τός εχθρός μας. Και από την συχνή και αλλεπάλληλη υποχώρηση στο κακό, γιγαντώνεται και γίνεται συνήθεια η αμαρτία, που ενισχύεται ακόμη από την φαντασία και επανάληψη του κακού.
Αυτό συμβαίνει, διότι ο διάβολος παρουσιάζει ενώπιον του ανθρώπου κάθε είδους εμπαθή έργα και του ανάβει την φλόγα για ν’ απολαύσει αυτά. Περισσότερο όμως οφείλεται αυτό, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος συνομιλεί με τον λογισμό του και από απροσεξία συγκατατίθεται σ’ αυτόν ή με τη θέλησή του σκέπτεται το πα­ράνομο έργο, αφού πλέον δεν έχει τον φόβο των αιωνίων βασάνων και αδιαφορεί για την μετάνοια· δηλαδή δεν του φαίνεται κακό και δεν προσεύχεται για να λυτρωθεί από το πάθος. 
Όταν ένας κολάζεται στα αιώνια βάσανα του Άδου δεν σημαίνει ότι κολάσθηκε επειδή πολεμήθηκε από κάποιο πάθος αλλά από αμετανοησία, διότι εάν συνέβαινε αυτό δεν θα υπήρχε για κανέναν συγχώρηση, έως ότου φθάσουν στην τελεία απάθεια, όπως λέγει ο Πέτρος ο Δα­μασκηνός. Διότι είπαν οι Πατέρες ότι, αυτοί που κυριεύθηκαν από πάθη, πρέπει να τα καταπολεμήσουν κατόπιν με πολλή άσκηση.
Επί παραδείγματι, εάν κάποιος υπετάγει στο πάθος της πορνείας πρέπει να απομακρυνθεί ολοκληρωτικά με εκείνο το πρόσωπο που αμάρτησε και από κάθε σχέση και συνομιλία μαζί του, από την ψαύση ενδυμάτων του και από τα διεγερτικά μυρωδικά του. Διότι εάν δεν φυλάξει εκείνος τον εαυτό του από όλα αυτά, επαναλαμβάνει το πάθος και πορνεύει με τον λογισμό στην καρδιά του, ανάβοντας μόνος του την κάμινο των παθών του και επιτρέποντας να μπαίνουν μέσα του, σαν ένα θηρίο, όλοι οι κακοί λογισμοί.
Αγ. Νείλος του Σόρσκυ

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΛΟΥΚΑ: Ο Χριστός παρακολουθεί τον αγώνα μας και επεμβαίνει

«Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν».
Ἕνα περιστατικό ἀπό τή ζωή τῶν ἀπο­στόλων, τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἀνδρέου, τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου, ἀφηγεῖται ὁ ἱερός εὐαγγε­λ­ιστής Λου­κᾶς στή σημερινή εὐαγγελική πε­ρικοπή. Ἕνα περιστατικό ἀπό τή ζωή τους ὡς ἁλιέων, πού ξεφεύγει ἀπό τά ὅρια τοῦ συνηθισμένου καί εἰσέρχεται στόν χῶ­ρο τοῦ θαύματος, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει τή θεία προέλευση τοῦ Ἰησοῦ.
Μία ὁλόκληρη νύκτα κοπίαζαν μέ τά πλοῖα τους στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ οἱ τέσσερις ἁλιεῖς προσπαθώντας νά πιάσουν μερικά ψάρια. Ὅμως ὁ κόπος τους ἀπο­δεί­χθηκε μάταιος, καί ταλαιπωρημένοι ἐπέ­στρε­ψαν τό πρωί στήν παραλία. Κατέ­βη­καν ἀπό τά πλοῖα τους καί ἀπογοητευ­μένοι ἄρχισαν νά τακτοποιοῦν τά δίχτυα τους. Ἐκεῖ τούς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς, τόν ὁποῖο δέν γνώριζαν καί πολύ καλά, γιατί πρόσφατα εἶχε ἀρχί­σει νά ἐμφανίζεται δη­μόσια καί νά κηρύσσει, πού τούς ζήτησε κάτι πολύ παράξενο. Τούς ζήτησε νά ρί­ξουν ξανά τά δίχτυα τους στή θάλασσα.
Ἀναμφίβολα ἡ προτροπή του θά ἤχησε περίεργα στά αὐτιά τους· ἕνας ξένος τούς ζητᾶ νά ὑποβληθοῦν καί πάλι στήν ἴδια τα­λαιπωρία μέ αὐτήν πού μόλις εἶχε τε­λειώσει, καί μάλιστα ἐντελῶς ἄσκοπα, ἐφό­σον αὐτήν τήν πρωινή ὥρα ἦταν βέ­βαιο ὅτι κάθε προσπά­θεια θά ἀπέβαινε ἄκαρπη. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀντίδραση τοῦ Πέ­τρου εἶναι ἀπόλυτα δικαιολο­γη­μένη.  «Ἐπι­στάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιάσα­ν­τες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Κύριε, ὁλόκλη­ρη τή νύκτα, πού οἱ συνθῆκες ἦταν κατάλ­λη­λες, κουραστήκαμε νά προσπαθοῦμε καί δέν πιάσαμε οὔτε ἕνα ψάρι καί τώρα ἐσύ πού δέν εἶσαι ψαράς μᾶς λές νά ξαναπρο­σπα­θή­σου­με;
«Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Πόσο συνηθι­σμέ­νη μᾶς φαίνεται ἡ ἀντίρρηση τοῦ Πέ­τρου. Πόσες φορές δέν βρισκόμαστε καί ἐμεῖς σέ ἀνάλογη θέση μέ αὐτή στήν ὁ­ποία βρέθηκε ὁ ἁλιέας ἀπόστολος. Προ­σπα­θοῦμε, κοπιά­ζου­με, ἀγωνιζόμαστε ἀλ­λά δέν κατορθώνουμε τίποτε, ὄχι μόνο στίς καθημερινές μας προσπάθειες γιά τά ὑλικά καί τά ἐπίγεια θέματα, ἀλλά καί στά πνευματικά θέματα. Ἀγωνιζόμαστε, μο­χθοῦ­με, δοκιμάζουμε μερικές φορές πολ­λούς τρόπους καί ποικίλες μεθόδους, ἀλ­λά δέν βλέπουμε στόν ἑαυτό μας καμία πρό­οδο, καμία βελτίωση. Βλέπουμε πώς ἀπέχουμε ἀπό τόν στόχο μας, διαπιστώ­νου­με ὅτι δέν μποροῦμε νά νικήσουμε τίς ἀδυναμίες καί τά πάθη μας, παρατηροῦμε ὅτι δέν ἀποκτοῦμε καμία ἀρετή παρότι κάνουμε στή ζωή μας ὅ,τι εἶναι δυνατό. Καί τότε ἀπο­γοητευόμαστε καί ἐπιθυμοῦ­με καί ἐμεῖς νά σταματήσουμε τήν προ­σπά­­θεια καί τόν ἀγώνα, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πού τόν εἴδαμε νά μαζεύει τά δί­χτυα του. Καί ἴσως ἀπευθυνόμαστε καί ἐμεῖς στόν Χριστό νοερά καί ἐπαναλαμ­βά­νου­με τά λόγια τοῦ μαθητοῦ του. «Ἐπι­στά­τα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιά­σαντες οὐδέν ἐπιάσαμεν». Ἔκανα τόσες προσπά­θειες, ἀγωνίστηκα, νήστευσα, προ­σευχή­θη­κα γιά νά γίνω σωστός μαθητής σου, συνεπές μέλος τῆς Ἐκκλησίας σου, ἀλλά δέν κατόρθωσα τίποτε. Μάταιος ὁ κόπος μου. Κουράστηκα, Κύριε.
Ἀνθρώπινη ἀδυναμία εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ ἀπογοήτευση, καί γι’ αὐτό ὁ Χρι­στός οὔτε τήν κατακρίνει οὔτε τήν κατα­δικάζει. Καί εἶναι φυσικό νά ἀπογοητευό­μαστε πολλές φορές ἀπό τά πενιχρά ἤ ἀνύπαρκτα ἀποτελέσματα πού ἔχει ὁ πνευ­ματικός μας ἀγώνας.  Μέχρις ἐδῶ ὅμως. Αὐτό πού δέν θά πρέπει νά κάνουμε ποτέ εἶναι νά ἐγκαταλείπουμε τήν προ­σπά­θεια. Γιατί ἄν ἡ ἀπογοήτευση εἶναι στοι­χεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἡ ὑπέρ­βασή της καί ἡ ὑπακοή στόν Χριστό εἶναι τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού μᾶς ἀνοίγει τήν ὁδό τῆς σωτηρίας μας, τήν ὁδό πού μᾶς ὁδηγεῖ στόν οὐρανό.
Καί ὁ Χριστός ἀρέσκεται, ἀδελφοί μου, σ’ αὐτές τίς ὑπερβάσεις. Ἄν ἔλεγε στόν Πέτρο ρίξε ἀπό τή δεξιά πλευρά τοῦ πλοί­ου τά δίχτυα σου καί θά πιάσεις ψάρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος εἶχε ψαρέσει ἀρκετά ψάρια ὅλη τή νύκτα, ἡ παρέμβαση τοῦ Ἰησοῦ δέν θά εἶχε καμιά ἀξία. Τώρα ὅμως πού ὁ Πέ­τρος ἀποφασίζει νά ὑπακούσει στήν πα­ράξενη ἐντολή ἑνός ἀνθρώπου ἡ ὑπακοή του καί ἡ ἐπιμονή του ἐπιβραβεύονται· καί ταυτόχρονα ἀποδεικνύ­εται ποιός εἶ­ναι αὐτός πού ἔχει τόση δύναμη, ὥστε νά ἀποδεικνύεται ἐφικτό ὅ,τι λέει.
Τὀ ἴδιο συμβαίνει καί μέ μᾶς· ἄν οἱ καρ­ποί τῶν ἀγώνων καί τῶν προσπαθειῶν μας εὐοδωνόταν, τότε θά ἐμπιστευόμα­σταν σέ ἀπόλυτο βαθμό τόν ἑαυτό μας καί δέν θά δίναμε στόν Χριστό τήν ἀπαραί­τη­τη σημασία γιά τήν πνευματική μας πρόο­δο. Ὁ Χριστός ἀναμφίβολα δέν μᾶς ἀφή­νει μόνους στήν προσπάθειά μας. Παρα­κο­λουθεῖ τόν ἀγώνα μας καί ἐπεμβαίνει, ὅταν νομίζει ὅτι εἶναι ἀνάγκη. Ἀρκεῖ ἐ­μεῖς, ἀδελφοί μου, νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀρχή τήν προσ­πάθειά μας. Ἀρκεῖ νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἐπαναλάβουμε ὅπως καί ὁ Πέτρος. «Ναί, Κύριε, κουράστηκα ἀπό τόν ἀγώνα μου, ἀλλά ἀφοῦ τό λές ἐσύ, θά ξανα­προσπαθήσω. Ἐπί τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
Καί τότε νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεός θά ἀνταμείψει τήν τόλμη μας, ἀλλά καί τήν ἐμπιστοσύνη μας σέ Ἐκεῖνον καί θά μᾶς εὐλογήσει ὥστε ἀποδώσουν οἱ κόπ­οι καί οἱ προσπάθειές μας πολλούς καρπούς.
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή…

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλύβιτη Να προσεύχεσθε στον Θεό με ανοικτά τα χέρια. Αυτό είναι το μυστικό των αγίων. Μόλις άνοιγαν τα χέρια του...